Πέμπτη, 14 Μαΐου 2009

Εκκλησία και διαφάνεια


Ο επίσκοπος κατέχει κεντρική θέση στη δομή της Εκκλησίας. Πλήθος ιερών κανόνων μπορεί να προσκομιστεί προς επιβεβαίωση της “κεντρικότητάς” του. Τελεία και παύλα; Αντιθέτως! Εδώ ακριβώς ανακύπτει ένα πρώτο ζήτημα. Μόνο στα ξόρκια οι λέξεις έχουν αναπόδραστα ένα και το αυτό περιεχόμενο. Η “κεντρικότητα”, συνεπώς, του επισκόπου δεν σημαίνει ένα και μόνο πράγμα! Χάος χωρίζει μια κεντρικότητα που κατανοείται ως μοναρχία, από μια κεντρικότητα που ασκείται ως διακονία. Στην πρώτη περίπτωση το επισκοπάτο πολιτεύεται ως χαλιφάτο, στη δεύτερη ως το εκ διαμέτρου αντίθετο: ως διακονία. Ως ευθύνη, δηλαδή, για την υπηρέτηση του εκκλησιαστικού σώματος, το οποίο και οφείλει να λειτουργεί συνοδικά. Αυτά τα δυο μαζί – η διακονικότητα και η συνοδικότητα – καλούνται να είναι θεμελιώδες κριτήριο για τη συγκρότηση της εκκλησιαστικής ταυτότητας και, συνακόλουθα, για την ερμηνεία κάθε ιερού κανόνα… Αλλιώς, η μετάλλαξη των ωραιότερων πραγμάτων σε αβάσταχτη ασχήμια, όχι απλώς δεν αποκλείεται, αλλά – πολύ περισσότερο – γίνεται καθεστώς! Καθαυτή η πορεία της Εκκλησίας μέσα στον χρόνο δεν είναι περίπατος μιας συμπαγούς ουσίας, αλλά αδιάκοπη σύγκρουση ρευμάτων: χαλιφάτο κατά διακονίας! Ιδού μερικές εκδηλώσεις αυτής της αδιάκοπης σύγκρουσης: Στους λεγόμενους “Αποστολικούς Κανόνες” (μάλλον περί τα τέλη του 3ου αιώνα) περιλαμβάνονται αρκετοί κανόνες που αναθέτουν τη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας προσωπικά και ανενδοίαστα στον επίσκοπο. Είναι όντως επισκοποκεντρικοί. Ανάμεσά τους πάντως βρίσκεται κι ένας (ο 40ός), ο οποίος ξεκινά με την εξής εκπληκτική απαίτηση: “Να είναι φανερή η προσωπική περιουσία του επισκόπου, αν βέβαια έχει, και φανερή η περιουσία της εκκλησίας”! Στη φράση αυτή επωάζεται ένα δίπολο εξαιρετικής δυναμικής. Από τη μια, η αξίωση για διαφάνεια, από την άλλη, η ακτημοσύνη του επισκόπου – και μάλιστα σαν να είναι το φυσικότερο πράγμα του κόσμου! Αξίζει να σκεφτούμε, τι σημαίνει η εκφορά αυτού του κανόνα! Κάποιες ατασθαλίες απαίτησαν προφανώς τη γέννησή του και κάποιες εκκλησιαστικές ευαισθησίες που διέθετε η Εκκλησία την ώθησαν να προχωρήσει σε κάποια εμβρυακή θέσμιση της διαφάνειας, προφανώς διαπιστώνοντας ότι όσα υπέροχα λέει η θεολογία για τον πατρικό ρόλο του επισκόπου δεν αρκούν – δεν παράγουν αυτομάτως αληθινούς πατέρες, ούτε αποτρέπουν αυτομάτως την κακοποίηση των τένων. Αυτή η ετοιμότητα για διορθωτικές κινήσεις (πράγμα που σημαίνει απόριψη της άποψης ότι το εκκλησιαστικό σκάφος ποντοπορεί με αυτόματο πιλότο) σκάει μύτη κάθε τόσο στην ιστορία της Εκκλησίας, ως ρεύμα που πασχίζει να αντιμετωπίσει τα ρεύματα της αδράνειας και του μισοσκόταδου στα οποία φωλιάζουν διαφόρων λογιών καμόρες. Ενάμισυ αιώνα μετά από τους “Αποστολικούς Κανόνες” διατυπώθηκε ένας νέος κανόνας, από την τέταρτη οικουμενική σύνοδο αυτή τη φορά. Ο 26ος κανόνας της κάνει ένα παραπέρα βήμα για τη θέσμιση της διαφάνειας: “Επειδή, όπως πληροφορηθήκαμε, σε κάποιες τοπικές εκκλησίες οι επίσκοποι διαχειρίζονται την εκκλησιαστική περιουσία χωρίς οικονόμους” (κοντολογής, ολομόναχοι – αλλά αυτό δεν είχαν ορίσει οι “Αποστολικοί Κανόνες”;), αποφασίζουμε να οριστεί σε κάθε τοπική εκκλησία οικονόμος κάποιος από τους κληρικούς της, ώστε να συνεργάζεται με τον επίσκοπο “και να μην είναι αμάρτυρη η εκκλησιαστική διαχείριση και εξαιτίας αυτού να διασπαθίζεται η περιουσία και να αποδίδεται μομφή στην ιεροσύνη”. Πολλά σημεία αυτών των ρυθμίσεων μπορούν να συζητηθούν σήμερα, καθόσον γνωρίζουμε πολύ καλά ότι μύριες τρικλοποδιές σκαρφίζεται η εξουσία προκειμένου να συνεχίσει να μένει και αδιατάρακτη αλλά και νομότυπη! Καθαυτή η δίψα του πλουτισμού, για παράδειγμα, αποτελεί πρόβλημα για τον εκκλησιαστικό εαυτό. Μα κι από την άλλη, για τι είδους ακτημοσύνη πρόκειται, όταν ο εκκλησιαστικός ανήρ δεν έχει μεν τίποτα γραμμένο στο όνομά του, αλλά αξιοποιεί τη θέση του για να ζει τρυφηλά και ανάλγητα; Ο οικονόμος, εξάλλου, πώς θα μπορέσει να λειτουργήσει όντως υπέρ της διαφάνειας, αν απλώς είναι ένας ανοχύρωτος υφιστάμενος; Εδώ, λοιπόν, είναι ενδιαφέρουσα η ύπαρξη κανόνων που ζητούν την ενημέρωση και τη συμμετοχή όλων των κληρικών της τοπικής εκκλησίας και της συνόδου (κανόνες 24 της Αντιοχείας και 33 της Καρθαγένης, το 341 και το 419 αντίστοιχα), “ώστε να μην ενεργούν αυταρχικά οι επίσκοποι καταχρώμενοι την εξουσία που τους είχε δοθεί με τους Αποστολικούς Κανόνες”, όπως σημείωνε τον 12ον αιώνα ο κανονολόγος Ιωάννης Ζωναράς. Από το πυκνό δάσος της εκκλησιαστικής νομοθεσίας επέλεξα ενδεικτικά την επισήμανση αυτών των πολυχρονεμένων κλαδιών, με τη ελπίδα ότι αναδεικνύουν δυο ραχοκοκκαλιές: Πρώτον, ότι η απαίτηση για διαφάνεια πηγάζει από τα ίδια τα σπλάχνα της εκκλησιαστικότητας. Είναι όρος αλήθευσης της ίδιας της Εκκλησίας, κι όχι απλώς μια πίεση έξωθεν. Οι εκκλησιαστικοί άνδρες, συνεπώς, που μεθοδεύουν συγκαλύψεις, είναι υπόλογοι για τη στρέβλωση καθαυτού του εκκλησιαστικού γεγονότος. Δεύτερον, ότι η δυνατότητα για νέες εκκλησιαστικές ρυθμίσεις ώστε να αντιμετωπιστούν νέα προβλήματα και νέες φαλκιδεύσεις, είναι πάγια δυνατότητα και οφειλή της Εκκλησίας. Και αφορά, φυσικά, άμεσα το λαϊκό σώμα της Εκκλησίας – και τη μεγάλη εκκρεμμότητα της θεσμικής συμμετοχής του στο ίδιο του το σπιτικό!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου